Σε διπλή κοινοβουλευτική παρέμβαση προχώρησε η Βουλευτής Λασιθίου και Τομεάρχης Τουρισμού του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Κατερίνα Σπυριδάκη, φέρνοντας στη Βουλή, από τη μία, τα αιτήματα των εργαζομένων στον Τουρισμό και τον Επισιτισμό και, από την άλλη, τα οξυμένα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις της εστίασης.
Κοινός παρονομαστής των δύο Αναφορών είναι η παντελής απουσία ουσιαστικών μέτρων από τις κυβερνητικές εξαγγελίες στη ΔΕΘ για δύο πλευρές της ίδιας πραγματικότητας: τους ανθρώπους που εργάζονται στον τουρισμό και τις επιχειρήσεις που αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της τουριστικής οικονομίας.
Οι εργαζόμενοι του Τουρισμού και του Επισιτισμού ξανά «αόρατοι»
Με την πρώτη Αναφορά προς τα Υπουργεία Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Τουρισμού, η Κατερίνα Σπυριδάκη καταθέτει στη Βουλή το Δελτίο Τύπου της ΠΟΕΕΤ, η οποία καταγγέλλει ότι «καμία απολύτως εξαγγελία» της ΔΕΘ δεν αφορά τους εργαζόμενους της λεγόμενης «βαριάς βιομηχανίας της χώρας».
Στο επίκεντρο βρίσκεται για ακόμη μία φορά η κατάσταση των εποχικά εργαζομένων, οι οποίοι μετά από μία εξαντλητική τουριστική περίοδο καλούνται να περάσουν τον χειμώνα χωρίς επαρκές εισόδημα και ουσιαστικό δίχτυ προστασίας. Παράλληλα, παραμένει σε ισχύ η διάταξη που κατήργησε τη δυνατότητα απονομής εφάπαξ με τη συμπλήρωση 20ετούς υπηρεσίας.
Η αντίφαση είναι προφανής: από τη μία η Κυβέρνηση πανηγυρίζει για τις επιδόσεις και τα έσοδα του ελληνικού τουρισμού και από την άλλη οι άνθρωποι που παράγουν αυτά τα αποτελέσματα παραμένουν χωρίς την προστασία που δικαιούνται όταν τελειώσει η σεζόν.
Όπως τονίζεται στην Αναφορά: «Οι εργαζόμενοι στον τουρισμό και τον επισιτισμό δεν μπορεί να είναι ορατοί μόνο όταν παρουσιάζονται τα ρεκόρ αφίξεων και εσόδων και αόρατοι όταν έρχεται η ώρα της κοινωνικής και εργασιακής πολιτικής.»
Με την παρέμβασή της, η Βουλευτής ζητά συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για την εισοδηματική και ασφαλιστική προστασία των εποχικά εργαζομένων, καθώς και για την αποκατάσταση του δικαιώματος απονομής του εφάπαξ στην 20ετία.
Κατερίνα Σπυριδάκη: «Απαραίτητοι το καλοκαίρι, αόρατοι τον χειμώνα»
Η Κατερίνα Σπυριδάκη δήλωσε: «Κάθε χρόνο ακούμε για νέα ρεκόρ στον τουρισμό. Πίσω όμως από κάθε ρεκόρ υπάρχουν άνθρωποι. Άνθρωποι που δουλεύουν εξαντλητικά μέσα στη σεζόν, σε ξενοδοχεία, εστιατόρια, κουζίνες, καθαριότητα, υποδοχή και δεκάδες ακόμη ειδικότητες. Δεν γίνεται να είναι απαραίτητοι το καλοκαίρι και αόρατοι τον χειμώνα. Ειδικά στην Κρήτη και στο Λασίθι γνωρίζουμε πολύ καλά ότι χωρίς αυτούς τουρισμός δεν υπάρχει. Κι όμως, άλλη μία ΔΕΘ πέρασε χωρίς ουσιαστική απάντηση για την εποχική ανεργία, την εισοδηματική τους ασφάλεια και το εφάπαξ στην 20ετία. Αν πραγματικά θέλουμε ποιοτικό και βιώσιμο τουρισμό, πρέπει πρώτα να εξασφαλίσουμε αξιοπρεπή και βιώσιμη εργασία στον τουρισμό. Τα τουριστικά ρεκόρ δεν μπορούν να χτίζονται πάνω στην εργασιακή ανασφάλεια.»
Στο ίδιο έργο και η εστίαση: κόστος αυξάνεται, τζίρος πιέζεται, ουσιαστική στήριξη δεν υπάρχει
Με τη δεύτερη Αναφορά προς τα Υπουργεία Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Ανάπτυξης, η Κατερίνα Σπυριδάκη φέρνει στη Βουλή την ανακοίνωση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εστιατορικών & Συναφών Επαγγελμάτων, σχετικά με την απουσία ουσιαστικών μέτρων στήριξης της εστίασης από τη ΔΕΘ.
Ο κλάδος είχε καταθέσει συγκεκριμένα αιτήματα: επαναφορά ενιαίου ΦΠΑ 13% στο σύνολο της εστίασης, πλην αλκοολούχων, κατάργηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στον καφέ, κατάργηση του φόρου παρεπιδημούντων για online παραγγελίες, delivery και διανομή και κατάργηση των προσαυξήσεων στις ασφαλιστικές εισφορές για εργασία σε αργίες, Κυριακές και νυχτερινές ώρες. Για κανένα από τα παραπάνω δεν ακούσαμε κάτι από την Κυβέρνηση.
Την ίδια ώρα, οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένο ενεργειακό και μισθολογικό κόστος, ακριβότερες πρώτες ύλες, φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις, τραπεζικές προμήθειες, υψηλά ενοίκια και ταυτόχρονα μείωση του τζίρου. Μία πίεση που γίνεται ακόμη εντονότερη για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τον βασικό κορμό της εστίασης.
Για την Κρήτη και το Λασίθι το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς η εστίαση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της τουριστικής αλυσίδας και της τοπικής οικονομίας, ενώ η υποχώρηση της κατανάλωσης και η εκτόξευση του λειτουργικού κόστους δημιουργούν ένα ολοένα δυσκολότερο περιβάλλον για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Όπως επισημαίνεται στην Αναφορά: «Όταν ένας ολόκληρος κλάδος καταθέτει συγκεκριμένες, τεκμηριωμένες προτάσεις και η απάντηση είναι ξανά η απουσία ουσιαστικών μέτρων, τότε δεν μιλάμε για άγνοια του προβλήματος αλλά για συνειδητή πολιτική επιλογή.»
Κατερίνα Σπυριδάκη: «Δεν γίνεται να μιλάμε για ισχυρό τουρισμό με μικρομεσαίες επιχειρήσεις που παλεύουν απλώς να μείνουν ανοιχτές»
Η Κατερίνα Σπυριδάκη δήλωσε: «Η εστίαση δεν ζητά χάρη. Ζητά να μπορεί να επιβιώσει. Όταν αυξάνονται η ενέργεια, οι πρώτες ύλες, τα ενοίκια, οι ασφαλιστικές επιβαρύνσεις και συνολικά το λειτουργικό κόστος, ενώ την ίδια στιγμή η κατανάλωση και ο τζίρος πιέζονται, δεν μπορεί η απάντηση της Κυβέρνησης να είναι ότι όλα βαίνουν καλώς. Η εστίαση είναι κομμάτι του ίδιου του τουριστικού προϊόντος. Είναι οικογενειακές επιχειρήσεις, καφέ, εστιατόρια και μικρές επιχειρήσεις που δημιουργούν θέσεις εργασίας και κρατούν ζωντανή την οικονομία των πόλεων και των χωριών μας. Δεν γίνεται να μιλάμε για ισχυρό τουρισμό όταν αυτοί οι άνθρωποι παλεύουν πλέον απλώς για να κρατήσουν το κλειδί έξω από την πόρτα. Τα αιτήματα είναι συγκεκριμένα και η Κυβέρνηση τα γνωρίζει. Επομένως, δεν υπάρχει πλέον το άλλοθι της άγνοιας. Η επιλογή να μην αντιμετωπίζονται είναι πολιτική. Και χρειάζεται να αλλάξει πριν ακόμη περισσότερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις οδηγηθούν σε αδιέξοδο.»
Οι δύο Αναφορές αναδεικνύουν τελικά τις δύο όψεις του ίδιου προβλήματος: εργαζόμενοι που αγωνιούν για το εισόδημα και την ασφάλειά τους και μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αγωνιούν για τη βιωσιμότητά τους.
Δεν μπορεί να υπάρχει βιώσιμος τουρισμός χωρίς βιώσιμες επιχειρήσεις. Και δεν μπορεί να υπάρχει ποιοτικός τουρισμός χωρίς εργαζόμενους που ζουν με αξιοπρέπεια και προοπτική.